Το Ηνωμένο Βασίλειο μπροστά στον κίνδυνο οικονομικής ασφυξίας

Το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο της διεθνούς οικονομικής ανησυχίας. Οι αγορές ομολόγων πιέζονται, η στερλίνα αποδυναμώνεται, η πολιτική κρίση βαθαίνει και οι επενδυτές αρχίζουν να μιλούν ανοιχτά για επιστροφή της χώρας σε συνθήκες που θυμίζουν τη δεκαετία του ’70 ή ακόμη και την κρίση αξιοπιστίας της εποχής Λιζ Τρας το 2022.
Το σοβαρότερο μήνυμα έρχεται από τις αγορές ομολόγων. Η απόδοση του 30ετούς βρετανικού ομολόγου άγγιξε το 5,81%, το υψηλότερο επίπεδο από το 1998, ενώ το 10ετές ξεπέρασε το 5,13% για πρώτη φορά από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Οι αποδόσεις αυτές μεταφράζονται σε δραματική αύξηση του κόστους δανεισμού για το Ηνωμένο Βασίλειο και σημαντικά προβλήματα για τη βρετανική οικονομία.
Οι επενδυτές ανησυχούν ότι το Ηνωμένο Βασίλειο εισέρχεται σε περίοδο παρατεταμένης αστάθειας με υψηλό πληθωρισμό, χαμηλή ανάπτυξη, πολιτική αβεβαιότητα και αυξανόμενο δημοσιονομικό ρίσκο. Όπως επισημαίνεται σε ανάλυση του Guardian, «κάθε ένα από αυτά τα προβλήματα αντιμετωπίζεται δύσκολα, αλλά ο συνδυασμός τους είναι εκρηκτικός και ιδιαίτερα επικίνδυνος εν μέσω πολιτικής αστάθειας».
O Στάρμερ «ταράζει» τις αγορές
Στο επίκεντρο των πολιτικών αναταραχών βρίσκεται η κυβέρνηση του Κιρ Στάρμερ, η οποία αντιμετωπίζει τη σοβαρότερη κρίση από το 2024 που ανέλαβε την εξουσία. Μετά τα αρνητικά αποτελέσματα στις τοπικές εκλογές, δεκάδες βουλευτές των Εργατικών αμφισβητούν πλέον ανοιχτά την ηγεσία του, ενώ τέσσερις υπουργοί έχουν παραιτηθεί.
Την ίδια στιγμή, έρχεται στην κεντρική πολιτική σκηνή ο δήμαρχος του Μάντσεστερ και μέλος των Εργατικών, Άντι Μπέρναμ. Ο βουλευτής των Εργατικών, Τζος Σίμονς, ανακοίνωσε την παραίτησή του (14.5.2026) από την έδρα του στο Μέικερφιλντ, προκαλώντας επαναληπτικές εκλογές σε μια κίνηση με ξεκάθαρο πολιτικό μήνυμα, την ώρα που οι εσωκομματικές διαμάχες στους Εργατικούς έχουν προκαλέσει αναστάτωση στη Βρετανία.
Στόχος είναι να δοθεί η δυνατότητα στον Μπέρναμ, που θεωρείται το μεγάλο φαβορί για τη διαδοχή του Κιρ Στάρμερ, να επιστρέψει στη Βουλή και να διεκδικήσει στη συνέχεια την αρχηγία του κόμματος.
Η πιθανότητα ανατροπής του Στάρμερ έχει προκαλέσει νευρικότητα στις αγορές, επειδή πολλοί επενδυτές θεωρούν ότι μια πιο αριστερή ηγεσία στους Εργατικούς θα προχωρούσε σε αυξημένες δημόσιες δαπάνες, μεγαλύτερο δανεισμό, υψηλότερη φορολόγηση επιχειρήσεων και χαλάρωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, όπως αναφέρει ρεπορτάζ του Reuters.
Οι φόβοι αυτοί ξυπνούν μνήμες από το σοκ της κυβέρνησης της Λιζ Τρας το 2022, όταν η εξαγγελία μεγάλων φορολογικών περικοπών χωρίς χρηματοδοτικό σχέδιο προκάλεσε κατάρρευση της στερλίνας και εκτόξευση των βρετανικών ομολόγων. Από τότε οι αγορές παρακολουθούν με εξαιρετική ευαισθησία κάθε ένδειξη δημοσιονομικής χαλάρωσης στο Λονδίνο.
Οι κίνδυνοι για την οικονομία
Το νέο πρόβλημα όμως είναι βαθύτερο και δομικό. Το Ηνωμένο Βασίλειο παρουσιάζει εδώ και πάνω από μία δεκαετία πολύ χαμηλή παραγωγικότητα,
αδύναμες επενδύσεις, στασιμότητα πραγματικών μισθών και εξάρτηση από τον χρηματοοικονομικό τομέα και την αγορά ακινήτων.
Το Brexit (αποχώρηση από την ΕΕ το 2020) επιδείνωσε αρκετές από αυτές τις αδυναμίες. Παρότι το Λονδίνο παραμένει κορυφαίο χρηματοοικονομικό κέντρο, η οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου έχασε μέρος της πρόσβασης στην ευρωπαϊκή αγορά, ενώ αρκετές επιχειρήσεις μετέφεραν δραστηριότητες σε πόλεις όπως το Παρίσι, η Φρανκφούρτη και το Άμστερνταμ. Οι ξένες επενδύσεις επιβραδύνθηκαν αισθητά σε σχέση με την περίοδο πριν από το δημοψήφισμα του 2016 (όταν και αποφασίστηκε από τους Βρετανούς το Brexit).
Ταυτόχρονα, η βρετανική οικονομία παραμένει εξαιρετικά ευάλωτη στις διεθνείς ενεργειακές κρίσεις. Η νέα άνοδος του πετρελαίου λόγω του πολέμου στο Ιράν επαναφέρει φόβους ότι ο πληθωρισμός μπορεί να επιστρέψει πάνω από το 4%, τη στιγμή που η οικονομία ήδη αναπτύσσεται με ρυθμούς κοντά στο 0,7%-1%.
Αυτό δημιουργεί τον κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού (συνδυασμός χαμηλής ανάπτυξης και υψηλού πληθωρισμού), ένα από τα πιο δύσκολα σενάρια για κάθε κυβέρνηση και κεντρική τράπεζα. Η Τράπεζα της Αγγλίας βρίσκεται πλέον εγκλωβισμένη καθώς αν κρατήσει υψηλά επιτόκια, πιέζει ακόμη περισσότερο την οικονομία, ενώ αν τα μειώσει πρόωρα, κινδυνεύει να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο εύθραυστη επειδή μεγάλο μέρος του βρετανικού χρέους βρίσκεται στα χέρια ξένων επενδυτών. Η ίδια η Τράπεζα της Αγγλίας προειδοποίησε ότι οι διεθνείς κάτοχοι βρετανικών ομολόγων είναι πιθανό να εγκαταλείψουν την αγορά σε περίπτωση νέου σοκ, κάτι που θα μπορούσε να προκαλέσει νέα έκρηξη αποδόσεων και πίεση στη στερλίνα.
Η άνοδος λαϊκιστικών και αντισυστημικών δυνάμεων, όπως του ακροδεξιού Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ αυξάνει ακόμη περισσότερο την αβεβαιότητα στις αγορές, καθώς οι επενδυτές φοβούνται ότι η πολιτική σκηνή του Ηνωμένου Βασιλείου εισέρχεται σε περίοδο παρατεταμένου κατακερματισμού.
Το μεγαλύτερο ερώτημα πλέον είναι αν το Ηνωμένο Βασίλειο αντιμετωπίζει μια προσωρινή πολιτική κρίση ή κάτι πολύ βαθύτερο όπως η σταδιακή απώλεια του οικονομικού μοντέλου που το κατέστησε μία από τις ισχυρότερες χώρες του δυτικού κόσμου.
Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε εδώ!
Με το WordPress Automatic Plugin από την codecanyon
Πλέον στην ιστοσελίδα μας δημοσιεύονται αυτόματα άρθρα μέσω «RSS feeds».
Από όποια σελίδα μας τα προσφέρει!
Δεν φέρουμε καμιά απολύτως ευθύνη για το περιεχόμενο.
Αν πιστεύεται πως αυτό το άρθρο πρέπει να διαγραφεί μην διστάσετε να μας βρείτε στα social media.



