Φόρος 40% ακόμη και όταν τα χρήματα επιστρέφονται

Μια τραπεζική μεταφορά που χαρακτηρίστηκε εκ των υστέρων ως λάθος οδήγησε σε φόρο 20.720 ευρώ, αναδεικνύοντας μια σοβαρή παγίδα για όσους διακινούν μεγάλα ποσά μέσω εμβασμάτων μεταξύ φίλων, γνωστών ή άλλων προσώπων χωρίς να μπορούν να αποδείξουν με σαφήνεια γιατί έγινε η συναλλαγή.
Η υπόθεση αφορά μεταφορά 51.801 ευρώ, η οποία πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του 2025 από τραπεζικό λογαριασμό προς τον λογαριασμό μιας γυναίκας, οδηγώντας σε φόρο 40%. Η φορολογούμενη υποστήριξε ότι τα χρήματα προέρχονταν από επιστήθια φίλη της και πιστώθηκαν εκ παραδρομής, λόγω λανθασμένης συνεννόησης με τραπεζικό υπάλληλο. Το ποσό του εμβάσματος, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, επιστράφηκε την ίδια ημέρα και επομένως δεν υπήρξε πραγματική δωρεά ούτε πρόθεση να αυξηθεί η περιουσία της.
Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, όμως, απέρριψε την προσφυγή της και διατήρησε τον φόρο δωρεάς, ο οποίος υπολογίστηκε σε 20.720,40 ευρώ. Το ποσό αντιστοιχεί σε συντελεστή 40%, καθώς οι χρηματικές δωρεές μεταξύ φίλων ή άλλων προσώπων που εντάσσονται στην τρίτη φορολογική κατηγορία επιβαρύνονται αυτοτελώς με τον συγκεκριμένο συντελεστή.
Η αυθημερόν επιστροφή δεν έσβησε τον φόρο
Το κρίσιμο σημείο της απόφασης είναι ότι η φορολογική υποχρέωση θεωρείται ότι γεννιέται κατά τον χρόνο που τα χρήματα παραδίδονται στον δωρεοδόχο. Στις τραπεζικές μεταφορές, πρακτικά, αυτός είναι ο χρόνος κατά τον οποίο το ποσό πιστώνεται στον λογαριασμό του παραλήπτη.
Κατά τη ΔΕΔ, η μεταγενέστερη επιστροφή των χρημάτων δεν εξαφανίζει αυτομάτως την αρχική πράξη. Ακόμη και όταν μια δωρεά ανακαλείται με συμφωνία των δύο πλευρών, η αρχική μεταφορά εξακολουθεί να φορολογείται. Αυτό που δεν φορολογείται ως δεύτερη δωρεά είναι η επιστροφή του ίδιου ποσού στον αρχικό κάτοχο, εφόσον πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Η φορολογούμενη επικαλέστηκε ουσιώδη πλάνη, δηλαδή ότι η μεταφορά δεν εξέφραζε την πραγματική βούληση των εμπλεκομένων. Ωστόσο, η ΔΕΔ έκρινε ότι η ακύρωση μιας δικαιοπραξίας λόγω πλάνης δεν μπορεί να προκύψει μόνο από μία αίτηση προς τη ΔΟΥ ή από την επιστροφή του ποσού. Απαιτείται δικαστική απόφαση που να ακυρώνει την πράξη.
Γιατί δεν πείστηκε η φορολογική διοίκηση
Η προσφεύγουσα ανέφερε ότι είχε λάβει πληρεξουσιότητα για τη διενέργεια της τραπεζικής κίνησης, αλλά δεν προσκόμισε το σχετικό πληρεξούσιο. Παράλληλα, ο λογαριασμός από τον οποίο έφυγαν τα χρήματα δεν εμφάνιζε ως δικαιούχο το πρόσωπο που παρουσιαζόταν ως δωρήτρια. Οι δύο αυτές αδυναμίες δημιούργησαν αμφιβολίες για την ακρίβεια της περιγραφής και δεν επέτρεψαν να θεωρηθεί προφανές ότι δεν υπήρχε φορολογική υποχρέωση.
Υπήρχε, επίσης, ένα επιπλέον διαδικαστικό στοιχείο. Η ίδια η φορολογούμενη είχε υποβάλει μέσω της εφαρμογής myProperty δήλωση φόρου δωρεάς για τη συναλλαγή. Στη συνέχεια επιχείρησε να ακυρώσει την επιβάρυνση, υποστηρίζοντας ότι η δήλωση αφορούσε μεταφορά που είχε γίνει κατά λάθος. Η υπόθεση δείχνει πόσο δύσκολη μπορεί να γίνει η ανατροπή μιας φορολογικής εικόνας όταν έχουν ήδη υποβληθεί δηλώσεις και δεν υπάρχουν ισχυρά έγγραφα που να στηρίζουν διαφορετική εκδοχή.
Ποιες μεταφορές κινδυνεύουν να μπουν στο στόχαστρο
Η σημασία της απόφασης ξεπερνά τη συγκεκριμένη διαφορά. Μεγάλες πιστώσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς μπορούν να εντοπιστούν σε φορολογικό έλεγχο και ο δικαιούχος ενδέχεται να κληθεί να εξηγήσει την προέλευσή τους. Όταν δεν υπάρχει αντάλλαγμα και δεν αποδεικνύεται κάποια άλλη νόμιμη αιτία, η κίνηση μπορεί να αντιμετωπιστεί ως δωρεά.
Στην επικίνδυνη ζώνη βρίσκονται μεταφορές μεταξύ φίλων, γνωστών και μακρινών συγγενών, χρήματα που δίνονται για προσωρινή διευκόλυνση, ποσά που περνούν μέσω τρίτου προσώπου, επιστροφές κοινών εξόδων και άτυπα δάνεια χωρίς συμφωνητικό. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες αυτές οι συναλλαγές φορολογούνται, αλλά ότι ο φορολογούμενος πρέπει να μπορεί να αποδείξει την πραγματική αιτία τους.
Μια απλή περιγραφή στο πεδίο αιτιολογίας του εμβάσματος είναι χρήσιμη, αλλά δεν αποτελεί πάντοτε επαρκή απόδειξη. Για ένα δάνειο απαιτείται πραγματική συμφωνία και η προβλεπόμενη φορολογική αντιμετώπιση, για επιστροφή χρημάτων χρειάζονται στοιχεία της αρχικής πληρωμής, ενώ για εξόφληση αγοράς ή υπηρεσίας πρέπει να υπάρχουν τα αντίστοιχα παραστατικά. Μηνύματα, συμβάσεις, αποδείξεις, εξουσιοδοτήσεις και τραπεζικά έγγραφα μπορούν να αποδειχθούν καθοριστικά.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και όταν ένας λογαριασμός χρησιμοποιείται απλώς ως ενδιάμεσος για αγορά ακινήτου, εξόφληση υποχρέωσης ή μεταφορά κεφαλαίων σε τρίτο. Χωρίς πλήρη διαδρομή του χρήματος και αποδεικτικά για τον τελικό σκοπό, η εξήγηση μπορεί να αμφισβητηθεί εύκολα από τον έλεγχο της ΑΑΔΕ.
Οι μεγάλες διαφορές στους συντελεστές αυξάνουν τον κίνδυνο. Στις χρηματικές δωρεές προς πρόσωπα της πρώτης κατηγορίας ισχύει, υπό προϋποθέσεις, αφορολόγητο έως 800.000 ευρώ όταν η μεταφορά γίνεται μέσω τράπεζας. Για τη δεύτερη κατηγορία ο φόρος είναι 20%, ενώ για την τρίτη φθάνει στο 40%. Έτσι, μια ατεκμηρίωτη μεταφορά 10.000 ευρώ μεταξύ φίλων μπορεί να συνεπάγεται φόρο 4.000 ευρώ, ενώ στα 50.000 ευρώ η επιβάρυνση ανεβαίνει στις 20.000 ευρώ.
Η απόφαση λειτουργεί ως προειδοποίηση ότι στις τραπεζικές κινήσεις δεν αρκεί αυτό που υποστηρίζουν εκ των υστέρων τα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Εκείνο που μετρά είναι τι αποδεικνύεται από τα έγγραφα, ποιος ήταν ο πραγματικός δικαιούχος των χρημάτων και αν υπάρχει σαφής, νόμιμη και τεκμηριωμένη αιτία για τη μεταφορά.
Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε εδώ!
Με το WordPress Automatic Plugin από την codecanyon
Πλέον στην ιστοσελίδα μας δημοσιεύονται αυτόματα άρθρα μέσω «RSS feeds».
Από όποια σελίδα μας τα προσφέρει!
Δεν φέρουμε καμιά απολύτως ευθύνη για το περιεχόμενο.
Αν πιστεύεται πως αυτό το άρθρο πρέπει να διαγραφεί μην διστάσετε να μας βρείτε στα social media.



